Μετάφραση του "office" σε Ελληνικά

Οι γραφείο, υπηρεσία, αξίωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "office" σε Ελληνικά.

office verb noun γραμματική

A building or room where clerical or professional duties are performed. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γραφείο

    noun neuter

    major governmental division [..]

    My office is in the city centre.

    Το γραφείο μου είναι στο κέντρο της πόλης.

  • υπηρεσία

    noun feminine

    The competent authority shall designate a single central liaison office.

    Η αρμόδια αρχή ορίζει μια μοναδική κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης.

  • αξίωμα

    noun

    You're losing to a woman who's never held elected office.

    Χάνεις από μια γυναίκα που δεν είχε ποτέ κανένα αξίωμα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • λειτουργία
    • λειτούργημα
    • οφίκιο
    • Γραφείο
    • ακολουθία
    • δημόσιο αξίωμα
    • θέση εργασίας
    • κρατική υπηρεσία
    • υπαλληλικό προσωπικό γραφείου
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " office " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Office
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Γραφείο

    My office is in the city centre.

    Το γραφείο μου είναι στο κέντρο της πόλης.

Εικόνες με "office"

Φράσεις παρόμοιες με "office" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "office" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη