Μετάφραση του "officer" σε Ελληνικά
Οι αξιωματικός, αξιωματούχος, υπάλληλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "officer" σε Ελληνικά.
One who has a position of authority in a hierarchical organization, especially in military, police or government organizations. [..]
-
αξιωματικός
noun masculine, feminine masculineone who has a position of authority in a hierarchical organization [..]
If I'm not mistaken, that brave officer was your father.
Αν δεν κάνω λάθος, αυτός ο γενναίος αξιωματικός ήταν ο πατέρας σας.
-
αξιωματούχος
noun commonAfter further interviews, this officer concludes that the bail infraction was inadvertent.
Μετά από περαιτέρω συνεντεύξεις, η παρούσα αξιωματούχος κατέληξε ότι η αθέτηση της εγγύησης ήταν ακούσια.
-
υπάλληλος
noun masculineThe driver attestation shall be presented at the request of any authorised inspecting officer.
Η βεβαίωση οδηγού πρέπει να επιδεικνύεται εφόσον το ζητήσει αρμόδιος για τον έλεγχο υπάλληλος.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αστυνομικός
- αστυφύλακας
- δημόσιος υπάλληλος
- διοικώ σαν αξιωματικός
- τοποθετώ αξιωματικούς σε στρατιωτική μονάδα
- όργανο
- λειτουργός
- στέλεχος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " officer " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "officer"
Φράσεις παρόμοιες με "officer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Υπηρεσία Εκδόσεων
-
Microsoft® Office PowerPoint® 2007 (Έκδοση για οικιακή χρήση και μαθητές)
-
Προϊστάμενος πληροφορικής
-
Ευρωπαϊκό γραφείο ραδιοεπικοινωνιών
-
άνθρωπος επιβάλλων το νόμο · αστυνομικός · όργανο τής τάξης
-
κτήριο γραφείων · κτίριο γραφείων
-
Κέντρο
-
Κουμπί του Office