Μετάφραση του "old" σε Ελληνικά
Οι παλιός, αρχαίος, πρώην είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "old" σε Ελληνικά.
Familiar. [..]
-
παλιός
adjective masculineof an object, concept, etc: having existed for a relatively long period of time
He's an old friend of mine.
Αυτός είναι παλιός φίλος μου.
-
αρχαίος
adjective masculineof an object, concept, etc: having existed for a relatively long period of time
I'm afraid you're going further back than this old meat computer can calculate.
Φοβάμαι πως πας πολύ πίσω που ούτε αυτός ο αρχαίος υπολογιστής δεν μπορεί να υπολογίσει.
-
πρώην
adjectiveformer
Amy said it was an old boyfriend. Mm.
Η Έιμι είπε ότι ήταν ένας πρώην της.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ηλικιωμένος
- τέως
- γηραιός
- γέρος
- παλαιός
- αρχαία
- γριά
- γεροντικός
- γήρας
- γέρικος
- γριά γέρικο
- χρόνιος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " old " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
of a very early stage in development; "Old English is also called Anglo Saxon"; "Old High German is High German from the middle of the 9th to the end of the 11th century"
"Old" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Old στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Εικόνες με "old"
Φράσεις παρόμοιες με "old" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
παλιά καραβάνα
-
παλιές εποχές
-
Παλαιοημερολογίτης
-
αιωνόβιος · εκατονταετής
-
αγριοκούνελο
-
στα γηρατειά · στην τρίτη ηλικία
-
σύνταξη