Μετάφραση του "oleum" σε Ελληνικά

Το έλαιο είναι η μετάφραση του "oleum" σε Ελληνικά.

oleum noun γραμματική

(inorganic chemistry) A solution of sulfur trioxide in sulfuric acid. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • έλαιο

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " oleum " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "oleum" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη