Μετάφραση του "oligarch" σε Ελληνικά
Οι ολιγαρχικός, δυνάστης, μεγιστάνας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "oligarch" σε Ελληνικά.
oligarch
noun
γραμματική
A member of an oligarchy, someone who is part of a small group that runs a country. [..]
-
ολιγαρχικός
adjective noun masculinevery rich person [..]
The way in which they make policy and rule is that they are a polycentric, oligarchical system.
Ο τρόπος που κάνουν πολιτική και κυβερνούν... είναι πολυκεντρικός, ολιγαρχικός.
-
δυνάστης
noun -
μεγιστάνας
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " oligarch " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "oligarch" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ολιγαρχικός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη