Μετάφραση του "omission" σε Ελληνικά

Οι παράλειψη, αμέλεια, παραλείπω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "omission" σε Ελληνικά.

omission noun γραμματική

The act of omitting. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παράλειψη

    noun feminine

    something deleted or left out [..]

    The omission of any such explicit limitation could lead to unreasonable detriment to the rightholder.

    Η παράλειψη αυτού του ρητού περιορισμού μπορεί να οδηγήσει σε αδικαιολόγητη ζημία του δικαιούχου.

  • αμέλεια

    noun feminine

    This objectionable omission, which has already cost large numbers of human lives, must be challenged actively.

    Αυτή η θλιβερή αμέλεια, που ήδη σε πολλούς ανθρώπους κόστισε τη ζωή, πρέπει να αντιμετωπισθεί δραστήρια.

  • παραλείπω

    verb

    Because you know how to steer a conversation and you know how to lie by omission.

    Γιατί ξέρεις πώς να καθοδηγείς μια συζήτηση και πως να λες ψέματα παραλείποντας κάτι.

  • απάλειψη

    Noun

    The applicant requests that the minutes of the hearing be corrected and that the inaccuracies, omissions and imprecisions be remedied.

    Ο προσφεύγων ζητεί τη διόρθωση των πρακτικών της συνεδριάσεως και την απάλειψη των αναληθειών, παραλείψεων και ανακριβειών.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " omission " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "omission" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη