Μετάφραση του "ongoing" σε Ελληνικά
Οι εν εξελίξει, συνεχόμενος, Συνεχιζόμενος, σε εξέλιξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ongoing" σε Ελληνικά.
ongoing
adjective
noun
γραμματική
continuing, permanent [..]
-
εν εξελίξει
-
συνεχόμενος
adjective masculineNight terrors has been canceled due... to ongoing psychotic episodes by Clark dungaree.
Οι " Νυχτερινοί Τρόμοι " ακυρώνονται διότι, ο Κλαρκ Ντάγκαρυ υπέστη συνεχόμενα ψυχωτικά επεισόδια!
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ongoing " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Ongoing
-
Συνεχιζόμενος, σε εξέλιξη
Φράσεις παρόμοιες με "ongoing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συγχρονισμός σε εξέλιξη
-
επικοινωνία σε εξέλιξη
-
συνεχης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη