Μετάφραση του "onset" σε Ελληνικά

Οι έναρξη, αρχή, εκδήλωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "onset" σε Ελληνικά.

onset verb noun γραμματική

(acoustics) The beginning of a musical note or other sound, in which the amplitude rises from zero to an initial peak. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • έναρξη

    noun feminine

    It may have contributed to early onset Alzheimer's, but that's debatable.

    Αυτό μπορεί να συνετέλεσε στην πρώιμη έναρξη του Αλζχάιμερ, αλλά αυτό είναι αμφισβητήσιμο.

  • αρχή

    noun feminine

    The fall in employment had also slowed down before the onset of the crisis.

    Περιορίστηκε επίσης η αύξηση της ανεργίας πριν από την αρχή της κρίσης.

  • εκδήλωση

    noun

    The fixed fire detection system shall be capable of rapidly detecting the onset of fire.

    Το μόνιμο σύστημα ανίχνευσης πυρκαϊάς πρέπει να είναι ικανό να ανιχνεύει αμέσως την εκδήλωση πυρκαϊάς.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • επίθεση
    • έφοδος
    • ξεκίνημα
    • εισβολή
    • αρχίνημα
    • εφόρμηση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " onset " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "onset" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη