Μετάφραση του "operation" σε Ελληνικά

Οι εγχείρηση, επιχείρηση, λειτουργία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "operation" σε Ελληνικά.

operation noun γραμματική

The method by which a device performs its function. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εγχείρηση

    noun feminine

    surgical procedure [..]

    You now have the means to perform the operation.

    'Εχεις πια τα μέσα για να κάνεις την εγχείρηση.

  • επιχείρηση

    noun feminine

    military campaign

    The food business operators have made the transition to the requirements of the hygiene package Regulations.

    Οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων τροφίμων έχουν πραγματοποιήσει τη μετάβαση προς τις απαιτήσεις της δέσμης κανονισμών υγιεινής.

  • λειτουργία

    noun feminine

    method by which a device performs its function [..]

    In 2013, a substantially revised system will begin its operation.

    Το 2013 θα ξεκινήσει η λειτουργία ενός ουσιωδώς αναθεωρημένου συστήματος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πράξη
    • εγχείριση
    • εργασία
    • επέμβαση
    • δραστηριότητα
    • ενέργεια
    • δράση
    • χειρισμός
    • εργασίες
    • Πράξη
    • αποστολή
    • λειτουργία, πράξη
    • μαθηματική πράξη
    • χειρουργική επέμβαση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " operation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "operation"

Φράσεις παρόμοιες με "operation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "operation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη