Μετάφραση του "operational" σε Ελληνικά
Οι λειτουργικός, μάχιμος, ετοιμοπόλεμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "operational" σε Ελληνικά.
Of or relating to operations, especially military operations. [..]
-
λειτουργικός
adjective masculineeffective or operative [..]
Market acceptance can be demonstrated by operational examples of compliant implementations from different vendors.
Η αποδοχή της αγοράς μπορεί να αποδεικνύεται με λειτουργικά παραδείγματα συμμορφούμενων εφαρμογών από διάφορους πωλητές.
-
μάχιμος
adjective masculineof or relating to operations, especially military operations
We must hold until Federation and Romulan fleets become operational.
Πρέπει να κρατήσουμε μέχρι τα σκάφη της Ομοσπονδίας και των Ρόμιουλαν να γίνουν μάχιμα.
-
ετοιμοπόλεμος
adjective masculineof or relating to operations, especially military operations
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- σε λειτουργία
- επιχειρησιακός
- επιχειρήσεων
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " operational " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "operational" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
λειτουργία διαγραφής
-
ομάδα χειριστών διακομιστή
-
τελεστής σύγκρισης
-
εξορυκτική επιχείρηση
-
Ευρωπαϊκό κέντρο δορυφορικών επιχειρήσεων
-
Λειτουργικό σύστημα δίσκου