Μετάφραση του "opiate" σε Ελληνικά
Οι οπιούχο, οπιοειδές, Οπιούχα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "opiate" σε Ελληνικά.
opiate
adjective
verb
noun
γραμματική
Relating to, resembling, or containing opium. [..]
-
οπιούχο
noun neuterdrug, hormone or other substance derived from or related to opium
In the short term, an opiate will help to ease your pain.
Σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο, ένα οπιούχο θα βοηθήσει να διευκολύνει τον πόνο σας.
-
οπιοειδές
noun neuterdrug, hormone or other substance derived from or related to opium
When you scoped her, you gave her a benzo or an opiate?
Όταν της έκανες την ενδοσκόπηση, της έδωσες βένζο ή οπιοειδές;
-
Οπιούχα
We are in the land of opium and there are no opiates.
Είμαστε στη χώρα του οπίου και δεν υπάρχουν οπιούχα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αφιονίζω
- ναρκώνω με αφιόνι
- νεκρώνω
- ναρκωτικό
- οπιούχος ουσία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " opiate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη