Μετάφραση του "opt" σε Ελληνικά
Το διαλέγω είναι η μετάφραση του "opt" σε Ελληνικά.
(intransitive) To choose; to select. [..]
-
διαλέγω
verbBut that should be no reason for Europe to opt for a less careful testing procedure.
Δεν μπορεί όμως να αποτελέσει λόγο να διαλέξει και η Ευρώπη λιγότερο προσεκτικές διαδικασίες.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " opt " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Initialism of [i]occupied Palestinian territories[/i].
"oPt" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το oPt στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Abbreviation of [i]Old Portuguese[/i].
"OPt" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το OPt στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Alternative form of [i]oPt[/i]
"OPT" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το OPT στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "opt" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ευκτική έγκλιση
-
Προαιρέσεων
-
άρνηση · αποχωρώ
-
ευκτική · ευκτική έγκλιση
-
εξαιρώ
-
ρήτρα απαλλαγής
-
Appoint, recruit, enlist, incorporate, induct, bring in, συνεντάσσω, ενσωματώνω ... appropriate, usurp, hijack(informal), absorb, assimilate, take over, adopt, προσεταιρίζομαι, οικειοποιούμαι · To appoint or elect into a group ... to absorb or assimilate someone in order to neutralise opposition ... to take over an idea, or policy etc.-whether unchanged or modified-and repurpose it. · To use someone else's ideas ... to appropriate as one's own; preempt ... υιοθετω ... οικειοποιουμαι · εκμεταλλεύομαι · ψηφίζω νέο μέλος
-
Εξωτερικό τερματικό πληρωμών