Μετάφραση του "optional" σε Ελληνικά

Οι προαιρετικός, κατ' εκλογήν είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "optional" σε Ελληνικά.

optional adjective noun γραμματική

Not compulsory; left to personal choice; elective. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προαιρετικός

    adjective masculine

    not compulsory [..]

    The display of any other prices for information purposes shall be optional.

    Η ένδειξη άλλων τιμών ενημερωτικού χαρακτήρα είναι προαιρετική.

  • κατ' εκλογήν

    adjective

    not compulsory

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " optional " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "optional" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "optional" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη