Μετάφραση του "orate" σε Ελληνικά
Οι αγορεύω, δημηγορώ, βγάζω λόγο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "orate" σε Ελληνικά.
orate
adjective
verb
γραμματική
To speak formally; to give a speech. [..]
-
αγορεύω
verb -
δημηγορώ
-
βγάζω λόγο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " orate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "orate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αγόρευση · λόγος · ομιλία
-
αγορήτρια · αγορητής · ρήτορας
-
πλάγιος λόγος
-
Επιτάφιοι λόγοι · επικήδειος λόγος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη