Μετάφραση του "ordinate" σε Ελληνικά

Οι τεταγμένη, ταταγμένη, τακτοποιώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ordinate" σε Ελληνικά.

ordinate adjective verb noun γραμματική

(transitive) to ordain a priest, or consecrate a bishop [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τεταγμένη

    noun feminine

    y coordinate [..]

    Generally contributors from other business sectors are in favour of the improvement, the co-ordination and the synchronisation of legislation already in place.

    Οι εισηγητές άλλων επιχειρηματικών τομέων τάσσονται γενικά υπέρ της βελτίωσης, του συντονισμού και του συγχρονισμού της υφιστάμενης νομοθεσίας.

  • ταταγμένη

    noun
  • τακτοποιώ

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ordinate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Ordinate
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Τεταγμένη

    Generally contributors from other business sectors are in favour of the improvement, the co-ordination and the synchronisation of legislation already in place.

    Οι εισηγητές άλλων επιχειρηματικών τομέων τάσσονται γενικά υπέρ της βελτίωσης, του συντονισμού και του συγχρονισμού της υφιστάμενης νομοθεσίας.

Φράσεις παρόμοιες με "ordinate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ordinate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη