Μετάφραση του "orgasmic" σε Ελληνικά
Το οργασμικός είναι η μετάφραση του "orgasmic" σε Ελληνικά.
orgasmic
adjective
γραμματική
exceedingly exciting or stimulating; [..]
-
οργασμικός
adjective masculineof or relating to orgasms [..]
But hey, no one said orgasmic living was easy.
Δεν είπε κανείς ότι ο Οργασμικός Τρόπος Ζωής ήταν εύκολος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " orgasmic " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "orgasmic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Οργασμός · έρχομαι σε οργασμό · οργασμός · παροξυσμός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη