Μετάφραση του "ostensible" σε Ελληνικά
Οι φαινομενικός, εμφανής, προσχηματικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ostensible" σε Ελληνικά.
ostensible
adjective
γραμματική
alleged, having an intention that is possibly but not obviously true [..]
-
φαινομενικός
adjective masculinemeant for open display; apparent
(113) The objective of EuHP was ostensibly:
(113) Φαινομενικός σκοπός της EuHP ήταν:
-
εμφανής
-
προσχηματικός
adjective
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- δήθεν
- υποτιθέμενος
- αυτοαποκαλούμενος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ostensible " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "ostensible" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
προφανής · φανερός
-
δήθεν · κατ' επίφαση · κατ' επίφασιν · προφανώς · φαινομενικά
-
προφανής · φανερός
-
προφανής · φανερός
-
δήθεν · κατ' επίφαση · κατ' επίφασιν · προφανώς · φαινομενικά
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη