Μετάφραση του "otitic" σε Ελληνικά

Οι ωτιαίος, ωτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "otitic" σε Ελληνικά.

otitic adjective γραμματική

Relating to otitis, or inflammation of the ear.

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ωτιαίος

    adjective
  • ωτικός

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " otitic " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "otitic" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη