Μετάφραση του "ottoman" σε Ελληνικά

Οι οθωμανικός, ντιβανοκασέλα, οθωμανικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ottoman" σε Ελληνικά.

ottoman noun γραμματική

An upholstered sofa, without arms or a back, sometimes with a compartment for storing linen, etc. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • οθωμανικός

    adjective

    I think the Ottoman army is the most unfortunate army in the world.

    Ο οθωμανικός στρατός είναι ο ατυχέστερος επί της γης.

  • ντιβανοκασέλα

    A full set of silverware, ottoman, something called a duvet.

    Πλήρη σειρά ασημικών, ντιβανοκασέλα, κάτι που λέγεται πάπλωμα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ottoman " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Ottoman adjective noun γραμματική

A Turk from the period of Ottoman Empire. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • οθωμανικός

    adjective masculine

    of the Islamic empire of Turkey

    I think the Ottoman army is the most unfortunate army in the world.

    Ο οθωμανικός στρατός είναι ο ατυχέστερος επί της γης.

  • Οθωμανός

    proper masculine

    Turk from the period of Ottoman Empire

    In 1396 the Ottoman sultan Bayezid I defeated King Sigismund of Hungary there, thus beginning five centuries of Turkish rule

    Το 1396, ο Οθωμανός Σουλτάνος Βαγιαζήτ Α ́ νίκησε εκεί τον Βασιλιά Σιγισμούνδο της Ουγγαρίας, γεγονός που σημείωσε την έναρξη πέντε αιώνων τουρκικής κυριαρχίας

Φράσεις παρόμοιες με "ottoman" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ottoman" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη