Μετάφραση του "outbreak" σε Ελληνικά
Οι έκρηξη, ξέσπασμα, επιδημία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "outbreak" σε Ελληνικά.
outbreak
verb
noun
γραμματική
A sudden increase. [..]
-
έκρηξη
noun feminineAs a separate requirement, the monitoring of foodborne outbreaks is proposed.
Ως ξεχωριστή απαίτηση προτείνεται η παρακολούθηση των τροφιμογενών επιδημικών εκρήξεων.
-
ξέσπασμα
noun neuterSeeing as how it played a role in the initial outbreak.
Να δούμε πως ακριβώς έπαιξε ρόλο στο αρχικό ξέσπασμα.
-
επιδημία
noun
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- έξαρση
- ταραχή
- κρούσμα νόσου
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " outbreak " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "outbreak" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ξέσπασμα σιφώνων
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη