Μετάφραση του "outfit" σε Ελληνικά
Οι ντύσιμο, εξάρτυση, εξοπλισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "outfit" σε Ελληνικά.
outfit
verb
noun
γραμματική
A set of clothing (with accessories). [..]
-
ντύσιμο
noun neuterYou know, you picked the wrong outfit to be trusted.
Ξέρεις διάλεξες το λάθος ντύσιμο, αν θέλεις να είσαι αξιόπιστος.
-
εξάρτυση
noun feminineset of clothing
All right, I' il take the whole outfit
Θα πάρω όλη την εξάρτυση
-
εξοπλισμός
noun masculineI already have our outfits laid out and ready to go.
Είναι ήδη έτοιμος ο εξοπλισμός μας και μας περιμένει.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ενδυμασία
- εφοδιάζω
- αμφίεση
- συνολάκι
- σύνολο
- φορεσιά
- εξάρτηση
- σετ
- επιχείρηση
- εφοδιασμός
- εξοπλίζω
- πρακτορείο
- ρουχισμός
- κιβώτιο
- εφοδιάζομαι
- φατρία
- εξαρτισμός πλοίου
- στρατιωτική στολή
- σύνεργα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " outfit " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "outfit"
Φράσεις παρόμοιες με "outfit" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
φόρμα
-
μαοϊκό ντύσιμο · μαοϊκό πουκάμισο
-
ειδησεογραφικό πρακτορείο · πρακτορείο ειδήσεων · πρακτορείο τύπου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη