Μετάφραση του "outgoing" σε Ελληνικά

Οι απερχόμενος, αναχώρηση, εξωστρεφής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "outgoing" σε Ελληνικά.

outgoing adjective noun verb γραμματική

Comfortable in social settings and interactions; confident in dealing with people especially in meeting new people; gregarious. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απερχόμενος

    adjective

    the last serial number or lot number for which the outgoing notified body is responsible.

    τον τελευταίο αριθμό σειράς ή αριθμό παρτίδας για τον οποίο φέρει ευθύνη ο απερχόμενος κοινοποιημένος οργανισμός.

  • αναχώρηση

    noun
  • εξωστρεφής

    adjective masculine, feminine

    A very outgoing girl named Sophie, she said.

    Mια πολύ εξωστρεφής κοπέλα που την έλεγαν Σόφι, είπε.

  • εκδηλωτικός

    adjective

    I am quiet and reserved by nature, and he was so alive and animated, very outgoing.

    Εγώ είμαι εκ φύσεως ήσυχη και συνεσταλμένη, και εκείνος ήταν όλο κέφι και ζωντάνια, πολύ εκδηλωτικός.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " outgoing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Outgoing
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Εξερχόμενος

    Outgoing president of the condo association.

    Εξερχόμενος πρόεδρος του οικισμού.

Φράσεις παρόμοιες με "outgoing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "outgoing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη