Μετάφραση του "outlier" σε Ελληνικά

Οι ουραγός, αιρετικός, ξεκάρφωτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "outlier" σε Ελληνικά.

outlier noun γραμματική

A person or thing away from others or outside its proper place. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ουραγός

  • αιρετικός

    adjective
  • ξεκάρφωτος

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • A person, thing, or fact that is very different from other people, things, or facts, so that it cannot be used to draw general conclusions
    • Εκτος κανονα, εκτος πλαισιου
    • Εκτός κανόνα, ξεκάρφωτος, ασχετο, εκτος πλαισιου
    • Ξεκαρφωτος, ασχετο, εκτος πλαισιου
    • απομονωμένος
    • εξαιρεση, εκτος κανονα
    • ακραίος, περιθωριακός
    • αποστασιοποιημένος
    • εκτός πλαισίου
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " outlier " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "outlier" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη