Μετάφραση του "outset" σε Ελληνικά
Οι αρχή, έναρξη, αρχικό στάδιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "outset" σε Ελληνικά.
outset
noun
γραμματική
the beginning or initial stage of something [..]
-
αρχή
noun feminineThe next point at issue is one I made at the outset.
Tο επόμενο θέμα, το ανέφερα ήδη στην αρχή.
-
έναρξη
noun feminineSuch projects tend to produce returns on the investment later than expected at the outset.
Τέτοιου είδους σχέδια τείνουν να έχουν απόδοση επί της επένδυσης αργότερα απ' ό,τι αναμένεται κατά την έναρξή τους.
-
αρχικό στάδιο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " outset " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "outset" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ευθύς εξαρχής · πρώτα · στην αρχή
-
εκ προοιμίου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη