Μετάφραση του "outspread" σε Ελληνικά
Οι εκτείνομαι, επέκταση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "outspread" σε Ελληνικά.
outspread
adjective
verb
γραμματική
extended outward, as one's arms [..]
-
εκτείνομαι
verb -
επέκταση
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " outspread " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη