Μετάφραση του "overbid" σε Ελληνικά
Το πλειοδοτώ είναι η μετάφραση του "overbid" σε Ελληνικά.
overbid
verb
noun
γραμματική
(intransitive) To make an excessively high offer to pay or accept a price. [..]
-
πλειοδοτώ
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " overbid " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη