Μετάφραση του "overcharge" σε Ελληνικά

Οι υπερχρεώνω, υπερφορτίζω, υπερφόρτωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "overcharge" σε Ελληνικά.

overcharge verb noun γραμματική

to charge more money than the correct amount or to surpass a certain limit while charging a bill [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • υπερχρεώνω

    verb

    to charge more than correct amount

    Well, I won't overcharge you like I do your dad. Hmm.

    Λοιπόν, δε θα σε υπερχρεώνω όπως κάνω με το μπαμπά σου.

  • υπερφορτίζω

    verb

    to overcharge an electric device

  • υπερφόρτωση

    noun feminine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • υπερφόρτιση
    • αισχροκερδώ
    • τσεκουρώνω
    • χαρατσώνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " overcharge " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "overcharge" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "overcharge" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη