Μετάφραση του "overrule" σε Ελληνικά

Οι απορρίπτω, ακυρώνω, ανατρέπω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "overrule" σε Ελληνικά.

overrule verb γραμματική

(transitive) To nullify a previous ruling by a higher power. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απορρίπτω

    verb

    Every time the judge overrules us, you can tell he wants to hear more.

    Κάθε φορά που ο δικαστής μας απορρίπτει, μπορείς να δεις ότι αυτός θέλει να ακούσει περισσότερα.

  • ακυρώνω

    verb

    It is not the intention of this proposed Directive to overrule these instruments or to modify their content.

    Δεν αποτελεί πρόθεση της προτεινόμενης οδηγίας να ακυρώσει αυτά τα μέσα ή να τροποποιήσει το περιεχόμενό τους.

  • ανατρέπω

    verb

    It overrules the said prohibition decisions and a negative recommendation by the German Monopoly Commission.

    Η εν λόγω απόφαση ανέτρεψε τις προαναφερθείσες αποφάσεις απαγόρευσης και την αρνητική σύσταση της γερμανικής αρμόδιας για τα μονοπώλια επιτροπής.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παρακάμπτω
    • εξουσιάζω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " overrule " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "overrule" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη