Μετάφραση του "overwork" σε Ελληνικά

Οι υπερκόπωση, παρακουράζομαι, εξουθενώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "overwork" σε Ελληνικά.

overwork verb noun γραμματική

(transitive) To make someone work too hard. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • υπερκόπωση

    Which suggests it was brought on by overwork, rather than a paranoid delusion.

    Που είπε ότι προκλήθηκε από υπερκόπωση και δεν ήταν μια παρανοϊκή αυταπάτη.

  • παρακουράζομαι

  • εξουθενώνω

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • καταπονώ
    • ξεθεώνω
    • υπερβολική εργασία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " overwork " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "overwork" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • εξαντλημένος · καταπονημένος · ράκος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "overwork" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη