Μετάφραση του "ovulation" σε Ελληνικά
Το ωορρηξία είναι η μετάφραση του "ovulation" σε Ελληνικά.
ovulation
noun
γραμματική
(physiology) The release of an ovum from the ovary. [..]
-
ωορρηξία
noun feminineShe's ovulating, so the fertility issue may be with ray.
Εκείνη έχει ωορρηξία, άρα το πρόβλημα γονιμότητας ίσως βρίσκεται στον Ρέι.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ovulation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "ovulation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σπερματική βλάστη · σπερματοβλάστη · ωάριο · ωόν
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη