Μετάφραση του "own" σε Ελληνικά

Οι ίδιος, κατέχω, έχω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "own" σε Ελληνικά.

own verb adjective γραμματική

(transitive) To have rightful possession of (property, goods or capital); "To possess by right; to have the right of property in; to have the legal right or rightful title to." (Ref 1) [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ίδιος

    adjective

    προσωπικός

    Tim, the man doesn't even know his own net worth.

    Tim, ο άνθρωπος δεν γνωρίζει πόσο αξίζει ο ίδιος.

  • κατέχω

    verb

    Mr Lembergs owns one single share in that company.

    Lembergs κατέχει μία μόνον μετοχή της εταιρίας αυτής.

  • έχω

    verb

    And that you can't own a chimpanzee because you're not responsible enough.

    Και ότι δεν μπορείτε να έχετε ένα χιμπατζή γιατί δεν είστε αρκετά υπεύθυνοι.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διαθέτω
    • ομολογώ
    • παραδέχομαι
    • αναγνωρίζω
    • εξουσιάζω
    • ιδιοποιούμαι
    • "τρώω" κπν
    • «διαλύω» κπ
    • «μονοπωλώ»
    • έχω στην κατοχή μου
    • έχω το μονοπώλιο [+Γεν.]
    • αλλάζω τα φώτα (σε κπ)
    • δικό μου
    • είμαι κάτοχος [+Γεν.]
    • επικρατώ σε κτ
    • θέτω υπό τον έλεγχό μου
    • κάνω κπ ή κτ σκόνη
    • κάνω κπ ρεζίλι
    • κάνω κπ ρόμπα
    • μου ανήκει
    • τρώω κπν λάχανο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " own " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "own" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "own" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη