Μετάφραση του "oxide" σε Ελληνικά

Οι οξείδιο, οξύ, οξίδια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "oxide" σε Ελληνικά.

oxide noun γραμματική

(chemistry) A binary chemical compound of oxygen with another chemical element. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • οξείδιο

    noun neuter

    binary compound of oxygen [..]

    Refractive light index found the usual silicon dioxide mixed with potassium and zinc oxide.

    Βρέθηκε το σύνηθες διοξείδιο πυριτίου μαζί με οξείδιο καλίου και ψευδάργυρου.

  • οξύ

    noun

    The tenant's name was on the nitrous oxide list.

    Το όνομα του ενοίκου ήταν στη λίστα με το νιτρικό οξύ.

  • οξίδια

    Binary chemical compound in which oxygen is combined with a metal or nonmetal.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " oxide " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Oxide
+ Προσθήκη

"Oxide" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Oxide στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "oxide" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "oxide" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη