Μετάφραση του "oxygenate" σε Ελληνικά
Οι οξειδώνω, σκουριάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "oxygenate" σε Ελληνικά.
oxygenate
verb
γραμματική
(transitive) To treat or infuse with oxygen [..]
-
οξειδώνω
verb -
σκουριάζω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " oxygenate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "oxygenate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
χημικά απαιτούμενο οξυγόνο
-
περιεκτικότητα σε οξυγόνο
-
Κόμμα Πράσινο Οξυγόνο
-
έλλειμμα οξυγόνου
-
οξυγονοθεραπεία
-
Διφθοριούχο οξυγόνο
-
έλλειμμα οξυγόνου
-
Μη οξυγονούχος χαλκός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη