Μετάφραση του "pacemaker" σε Ελληνικά

Οι βηματοδότης, βηματοδοτικός ιστός κοιλίας, Βηματοδότης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pacemaker" σε Ελληνικά.

pacemaker noun γραμματική

One who sets the pace in a race, to guide the others. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βηματοδότης

    noun

    From what we can ascertain, we think it works a lot like a pacemaker.

    Από ό, τι διαπιστώνουμε, εργάζεται περίπου σαν βηματοδότης.

  • βηματοδοτικός ιστός κοιλίας

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pacemaker " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Pacemaker
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Βηματοδότης

    A pacemaker is an electronic device that stimulates the heartbeat.

    Βηματοδότης είναι μια ηλεκτρονική συσκευή που διεγείρει τον καρδιακό παλμό.

Φράσεις παρόμοιες με "pacemaker" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pacemaker" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη