Μετάφραση του "pacing" σε Ελληνικά

Οι βάδισμα, περπάτημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pacing" σε Ελληνικά.

pacing noun verb γραμματική

Present participle of pace. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βάδισμα

    Except his shoe size, his height, his gait, his walking pace.

    Εκτός από το μέγεθος παπουτσιών, το ύψος, το διασκελισμό και το ρυθμό βαδίσματος.

  • περπάτημα

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pacing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "pacing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • συμβαδίζω
  • μένω πίσω
  • οι οδηγίες του κώδικα σύλληψης
  • βάδισμα · βήμα · βαδίζω · βαδίζω πάνω - κάτω · βηματίζω · βηματισμός · γιάρδα · κόβω βόλτες · πηγαινοέρχομαι · πλαγιοδιποδισμός · πλαγιοτροχασμός · πρωτοστατώ · ρυθμός · ταχύτητα
  • κινούμαι με γοργά βήματα · προχωρώ γρήγορα
  • με βραδύτερο ρυθμό · με βραδύτερους ρυθμούς
  • ακολουθώ το ρυθμό του · προλαβαίνω
  • ρωμαϊκό βήμα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pacing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη