Μετάφραση του "padlock" σε Ελληνικά
Οι λουκέτο, κλειδαριά, κλειδαριά με λουκέτο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "padlock" σε Ελληνικά.
padlock
verb
noun
γραμματική
a lock, usually with a panel with numbered dials that must be rotated in a specific fashion in order to unlock [..]
-
λουκέτο
noun neutertype of lock
Maybe we can start by getting him to take the padlock off the basement door.
Ας αρχίσει βγάζοντας το λουκέτο απ'την πόρτα του υπογείου.
-
κλειδαριά
noun feminineStranger still, it's been fitted with a padlock.
Ακόμα πιο περίεργο, έχει και κλειδαριά πάνω του.
-
κλειδαριά με λουκέτο
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " padlock " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "padlock"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη