Μετάφραση του "palaeography" σε Ελληνικά

Οι παλαιογραφία, Παλαιογραφία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "palaeography" σε Ελληνικά.

palaeography noun γραμματική

(UK) Ancient forms of writing, as in a manuscript or document. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παλαιογραφία

    noun feminine
  • Παλαιογραφία

    study of ancient writing

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " palaeography " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "palaeography" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη