Μετάφραση του "palliate" σε Ελληνικά
Οι ανακουφίζω, μετριάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "palliate" σε Ελληνικά.
palliate
adjective
verb
γραμματική
(obsolete) Cloaked; hidden, concealed. [15th-17th c.] [..]
-
ανακουφίζω
verb -
μετριάζω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " palliate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "palliate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ανακούφιση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη