Μετάφραση του "palsy" σε Ελληνικά

Οι παράλυση, παραλύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "palsy" σε Ελληνικά.

palsy adjective verb noun γραμματική

to paralyse, either completely or partially [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παράλυση

    noun feminine

    complete or partial muscle paralysis of a body part

    These four were assigned to help this man suffering with palsy.

    Αυτοί οι τέσσερεις είχαν την ανάθεση να βοηθήσουν αυτόν τον άνδρα που υπέφερε από παράλυση.

  • παραλύω

    verb

    Cranial nerve palsies, vocal cord paresis, and rare reports of severe hypersensitivity reactions have been reported during post-marketing surveillance of Abraxane

    Παραλύσεις κρανιακών νεύρων, πάρεση φωνητικής χορδής και σπάνιες αναφορές σοβαρών αντιδράσεων υπερευαισθησίας έχουν αναφερθεί κατά την παρακολούθηση του Abraxane μετά τη διάθεση στην αγορά

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " palsy " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "palsy" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Εγκεφαλική παράλυση · εγκεφαλική παράλυση
  • νόσος του Πάρκινσον · πάρκινσον
  • Ψευδοπρομηκική παράλυση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "palsy" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη