Μετάφραση του "paperwork" σε Ελληνικά

Οι γραφειοκρατία, πιστοποιητικά, χαρτούρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "paperwork" σε Ελληνικά.

paperwork noun γραμματική

A clerical task or set of tasks involving routine written work; busy work; red tape. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γραφειοκρατία

    Noun
  • πιστοποιητικά

    noun
  • χαρτούρα

    feminine

    I don't know how Hughes handled all this paperwork.

    Δεν ξέρω πώς τα κατάφερνε ο Χιούζ μ'όλη τη χαρτούρα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " paperwork " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "paperwork" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη