Μετάφραση του "paragraph" σε Ελληνικά

Οι παράγραφος, μικρή είδηση εφημερίδας, μικρό άρθρο εφημερίδας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "paragraph" σε Ελληνικά.

paragraph verb noun γραμματική

A passage in text that is about a different subject from the preceding text, marked by commencing on a new line, the first line sometimes being indented. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παράγραφος

    noun feminine

    passage in text

    However, paragraphs 2 and 3 of that Article provide for a number of derogations from this general rule.

    Ωστόσο, οι παράγραφοι 2 και 3 του εν λόγω άρθρου προβλέπουν ορισμένες παρεκκλίσεις από το γενικό αυτόν κανόνα.

  • μικρή είδηση εφημερίδας

  • μικρό άρθρο εφημερίδας

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παραγραφοποιώ
    • σύντομη είδηση εφημερίδας
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " paragraph " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Paragraph
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Παράγραφος

    Paragraph 1 replaces, in substance, Article 211 TEC;

    Η παράγραφος 1 αντικαθιστά, κατ’ουσίαν, το άρθρο 211 της Συνθήκης ΕΚ.

Φράσεις παρόμοιες με "paragraph" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "paragraph" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη