Μετάφραση του "paramour" σε Ελληνικά

Οι ερωμένη, εραστής, ερωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "paramour" σε Ελληνικά.

paramour noun adverb γραμματική

(obsolete) Of loving etc.: passionately, out of sexual desire; devotedly. [from 14th c.] [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ερωμένη

    noun feminine

    illicit lover

    My paramour Ellaria, she would find you very interesting.

    Η ερωμένη μου η Ελλάρια, θα σε έβρισκε πολύ ενδιαφέρων.

  • εραστής

    noun masculine

    illicit lover

    At first, I thought Natasha Kademan's paramour was using a fake name for their affair.

    Αρχικά πίστευα ότι ο εραστής της Κέιντμαν είχε ψεύτικο όνομα για την σχέση τους.

  • ερωμένος

    noun masculine

    illicit lover

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " paramour " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Paramour
+ Προσθήκη

"Paramour" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Paramour στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "paramour" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη