Μετάφραση του "parceling" σε Ελληνικά
Το κατανομή είναι η μετάφραση του "parceling" σε Ελληνικά.
parceling
verb
noun
Present participle of parcel. [..]
-
κατανομή
noun feminineSecond, that prohibition was based primarily on reasons of professional etiquette, in contrast to the Agreement, which was aimed at parcelling out clienteles.
Δεύτερον, η απαγόρευση αυτή στηρίζεται, ειδικότερα, σε λόγους δεοντολογίας, ενώ η Συμφωνία αποσκοπεί στην κατανομή των πελατών.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " parceling " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "parceling" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διανέμω · κατακερματίζω · μοιράζω · τεμαχίζω
-
πάω πακέτο (με)
-
έκταση γης · αγροτεμάχιο · οικοπεδική έκταση · οικόπεδο
-
κατανομή
-
αναπόσπαστο τμήμα, κομμάτι · πάει πακέτο · πάω μαζί
-
άρρηκτα συνδεδεμένος · αναπόσπαστο κομμάτι, τμήμα
-
υπηρεσία ταχυδρομικών δεμάτων
-
έκταση γης · αγροτεμάχιο · γεωτεμάχιο · δέμα · διαμοιράζω · μοιρασιά · οικόπεδο · πακέτο · τεμάχιο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη