Μετάφραση του "park" σε Ελληνικά

Οι πάρκο, παρκάρω, σταθμεύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "park" σε Ελληνικά.

park verb noun γραμματική

A tract of ground kept in its natural state, about or adjacent to a residence, as for the preservation of game, for walking, riding, or the like. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πάρκο

    noun neuter

    ground for recreation [..]

    We're to meet again at the park tomorrow afternoon.

    Θα συναντηθούμε αύριο το απόγευμα ξανά στο πάρκο.

  • παρκάρω

    verb

    bring to a halt

    I have to park my car here.

    Πρέπει να παρκάρω το αυτοκίνητό μου εδώ.

  • σταθμεύω

    verb

    There's a Tacoma parked at the end of the lot.

    S ένα Τακόμα σταθμευμένα στο τέλος της παρτίδας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δρυμός
    • χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων
    • παρκ
    • στάθμευση
    • παρκάρισμα
    • αγρός
    • χώρος πρασίνου
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " park " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Park proper noun

A surname, the English form of a surname very common in Korea. (박 (Bak), 朴). The third most common Korean surname [..]

+ Προσθήκη

"Park" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Park στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "park"

Φράσεις παρόμοιες με "park" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "park" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη