Μετάφραση του "part" σε Ελληνικά
Οι μέρος, κομμάτι, τμήμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "part" σε Ελληνικά.
(intransitive) to leave [..]
-
μέρος
noun neuterfraction of a whole {{jump|t|fraction of a whole|s [..]
I'm afraid that in my translation, part of the original meaning has been lost.
Φοβάμαι πως κατά τη μετάφρασή μου έχει χαθεί μέρος του πρωτότυπου νοήματος.
-
κομμάτι
noun neuterI guess I understand why that's the only part you remember.
Υποθέτω, καταλαβαίνω γιατί θυμάσαι μόνο αυτό το κομμάτι της ιστορίας.
-
τμήμα
noun neuterAll known findings have already been mentioned in the general information part above.
Όλα τα γνωστά συμπεράσματα αναφέρθηκαν ήδη στο γενικό πληροφοριακό τμήμα παραπάνω.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εξάρτημα
- σκέλος
- στοιχείο
- χωρίζω
- ρόλος
- συστατικό
- τεμάχιο
- κλάσμα
- διαχωρίζω
- όργανο
- χαρακτήρας
- υποδιαίρεση
- μοιράζω
- λειτούργημα
- ξεχωρίζω
- αναχωρώ
- κινούμαι
- ξεκινώ
- τα περί [+Γεν.]
- χωρίζομαι
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " part " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Μέρος, τμήμα, εξάρτημα
Εικόνες με "part"
Φράσεις παρόμοιες με "part" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
στοιχείο ελέγχου τμήματος
-
ανήκω · είναι ένδειξη [+Γεν.] · είναι μέρος [+Γεν.]
-
διαδικασία συνδιαλλαγής
-
Τμήμα Web δόμησης στοιχείου εξωτερικών δεδομένων
-
εκ μέρους κάποιου