Μετάφραση του "part-time" σε Ελληνικά

Οι μερική απασχόληση, κατά διαστήματα, μερικής απασχόλησης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "part-time" σε Ελληνικά.

part-time adjective adverb γραμματική

for, during, or involving less than the normal time for some activity [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μερική απασχόληση, κατά διαστήματα

  • μερικής απασχόλησης

    adjective

    Part-time work: part-time work will be calculated pro rata based on the number of hours worked.

    Εργασία μερικής απασχόλησης: η εργασία μερικής απασχόλησης υπολογίζεται αναλογικά προς τον πραγματικό χρόνο εργασίας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " part-time " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "part-time" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "part-time" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη