Μετάφραση του "partiality" σε Ελληνικά

Οι μεροληψία, αδικία, λαχτάρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "partiality" σε Ελληνικά.

partiality noun γραμματική

Preference, bias in favor of, tendency. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μεροληψία

    noun

    The limit on American intervention is that it is unilateral and partial.

    Το όριο της αμερικανικής επέμβασης έγκειται συνεπώς στη μονομέρια και τη μεροληψία της.

  • αδικία

    noun feminine
  • λαχτάρα

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • επιθυμία
    • "αδυναμία"
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " partiality " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "partiality" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "partiality" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη