Μετάφραση του "participate" σε Ελληνικά

Οι συμμετέχω, μετέχω, συμμερίζομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "participate" σε Ελληνικά.

participate adjective verb γραμματική

To join in, to take part, to involve oneself. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συμμετέχω

    verb

    to join in, to take part, to involve oneself

    Most of the participants are from Australia.

    Οι περισσότεροι από τους συμμετέχοντες είναι από την Αυστραλία.

  • μετέχω

    verb

    Captain Gates, participating in the case, engaging in idle speculation.

    Βλέπω πως συμ - μετέχετε ενεργά στην υπόθεση, κάνετε εικασίες.

  • συμμερίζομαι

    verb

    The Commission agrees with the Honourable Member on the subject of candidate country participation.

    Όσον αφορά τη συμμετοχή τωνποψήφιων χωρών, η Επιτροπή συμμερίζεται τη γνώμη του αξιότιμου βουλευτή.

  • παίρνω μέρος

    They all participate in the truths that two has.

    Όλες παίρνουν μέρος στις αλήθειες που έχει το δύο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " participate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Participate
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Συμμετέχω

    Most of the participants are from Australia.

    Οι περισσότεροι από τους συμμετέχοντες είναι από την Αυστραλία.

Φράσεις παρόμοιες με "participate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "participate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη