Μετάφραση του "passive" σε Ελληνικά

Οι παθητικός, παθητική, αδρανής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "passive" σε Ελληνικά.

passive adjective noun γραμματική

Being subjected to an action without producing a reaction. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παθητικός

    adjective masculine

    Intended for both single and collective use, mainly passive.

    Προορίζεται τόσο για ατομική όσο και για συλλογική χρήση, κυρίως παθητική.

  • παθητική

    grammar: being in the passive voice

    Intended for both single and collective use, mainly passive.

    Προορίζεται τόσο για ατομική όσο και για συλλογική χρήση, κυρίως παθητική.

  • αδρανής

    adjective masculine

    The accused may remain fairly passive and merely rebut the evidence adduced by the prosecution.

    Ο κατηγορούμενος μπορεί να παραμείνει αδρανής και να περιοριστεί στην αμφισβήτηση των αποδεικτικών μέσων των διωκτικών αρχών.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " passive " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Passive
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Παθητικός

    Passive systems, equipment and specially designed components therefor, as follows:

    Παθητικά συστήματα, εξοπλισμός και ειδικά σχεδιασμένα κατασκευαστικά μέρη τους, ως εξής:

Φράσεις παρόμοιες με "passive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "passive" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη