Μετάφραση του "passphrase" σε Ελληνικά

Το φράση πρόσβασης είναι η μετάφραση του "passphrase" σε Ελληνικά.

passphrase noun γραμματική

(computing) A password that comprises a whole phrase. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φράση πρόσβασης

    A string of characters used to control access to a network or program.

    Bad old passphrase, the passphrase for the key was not changed

    Λάθος φράση πρόσβασης. Η φράση πρόσβασης για το κλειδί τροποποιήθηκε

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " passphrase " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "passphrase" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη